εφόρμηση

(I)
η (ΑΜ ἐφόρμησις) [εφορμώ Ι]
ορμητική επίθεση, έφοδος, επιδρομή
νεοελλ.
1. (ψυχολ.)
αυθόρμητη ένταση τής ενέργειας που παρουσιάζεται με υποσυνείδητη βουλητική προσπάθεια κατά την επιτέλεση συνεχούς έργου
2. φρ. «κάθετη (ή κατακόρυφη) εφόρμηση» — αεροπορική επίθεση με κατακόρυφη ή σχεδόν κατακόρυφη πτήση
αρχ.
προσέγγιση.
————————
(II)
η (ΑΜ ἐφόρμησις) [εφορμώ ΙΙ]
1. επιτήρησις τών κινήσεων τού εχθρού, ορμητήριο κατά τών κινήσεων τού εχθρού
2. τόπος όπου μπορεί να προσορμιστεί κάποιος, επιτηρητικό ορμητήριο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εφόρμηση — η έφοδος, επίθεση, επιδρομή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφορμήσῃ — ἐφορμήσηι , ἐφόρμησις lying at anchor so as to watch fem dat sg (epic) ἐφορμάω stir up aor subj mid 2nd sg (attic ionic) ἐφορμάω stir up aor subj act 3rd sg (attic ionic) ἐφορμάω stir up fut ind mid 2nd sg (attic ionic) ἐφορμάω stir up aor subj… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφορμήσηι — ἐφόρμησις lying at anchor so as to watch fem dat sg (epic) ἐφορμήσῃ , ἐφορμάω stir up aor subj mid 2nd sg (attic ionic) ἐφορμήσῃ , ἐφορμάω stir up aor subj act 3rd sg (attic ionic) ἐφορμήσῃ , ἐφορμάω stir up fut ind mid 2nd sg (attic ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έφαλση — η (Α έφαλσις) αναπήδηση πάνω σε κάτι, εφόρμηση νεοελλ. 1. (γυμναστ.) το πήδημα πάνω στο εφαλτήριο 2. (ιππευτ.) η αναπήδηση πάνω στο άλογο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἅλσις (< ἅλλομαι «πηδώ»] …   Dictionary of Greek

  • έφοδος — (I) ἐφοδος, ον (Α) (εσφ. αν. τού εύέφοδος ευπρόσιτος, ευκολοπλησίαστος (α. «σταύρωμα ἔπηξαν καὶ ἔρυμά τε, ᾗ ἐφοδώτατον ἦν τοῑς πολεμίοις», Θουκ. β. «συνιδὼν ἔφοδον ὄντα τὸν λόφον», Πολύαιν.). (II) ἔφοδος, o (A) 1. αυτός που περιέρχεται και… …   Dictionary of Greek

  • έφορμος — (I) ἐφορμος, ὁ (Α) εφόρμηση, επίθεση, επιδρομή. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητικό παρ. τού εφ ορμώ Ι]. (II) ἐφορμος, ον (Α) αγκυροβολημένος σε όρμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὅρμος ΙΙ] …   Dictionary of Greek

  • αντεφόρμησις — ἀντεφόρμησις, η (Α) εφόρμηση εναντίον κάποιου, αντεπίθεση …   Dictionary of Greek

  • βομβάρδα — Γενική ονομασία των πρώτων πυροβόλων που κατασκευάστηκαν κατά το τέλος του 14ου αι. Οι β. κατασκευάζονταν από σίδερο ή σπανιότερα από ορείχαλκο. Αποτελούνταν από ένα εμπρόσθιο μέρος, το τρομπόνι, πολύ βραχύ και μεγάλης διαμέτρου, που δεχόταν την… …   Dictionary of Greek

  • βομβαρδισμός — Η παρατεταμένη συγκέντρωση πυρών πυροβολικού, ξηράς ή ναυτικού και η επαναλαμβανόμενη ρίψη βομβών από αεροπλάνα. Ο όρος β. σήμαινε αρχικά τη δράση του πυροβολικού κατά οχυρωμένων θέσεων, με σκοπό την εξουδετέρωση της άμυνας και την κάμψη του… …   Dictionary of Greek

  • γιουρούσι — το 1. έφοδος, εφόρμηση 2. κατάχρηση, σφετερισμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. yuruyus «εκστρατεία»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.